Χριστὸς Ἀνέστη ἐκ νεκρῶν...

anastasiἮχος πλ. α'.
Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος.
Ο Χριστὸς ανεστήθη απὸ τους νεκρούς, αφού ενίκησε και κατήργησε τον θάνατο με το δικό του θάνατο επάνω στο Σταυρὸ κι έτσι εχάρισε σ' αυτοὺς που ήσαν θαμμένοι στα μνήματα την αιώνιο ζωή.

Χαρὰ ανέκφραστη και θρίαμβος πρωτοφανὴς επικρατεί σήμερα στις στις τάξεις των στρατευομένων και θριαμβευόντων μελών της Εκκλησίας του Χριστού. Ηχούν χαρμόσυνα οι καμπάνες των ιερών ναών και ο ήχος τους φθάνει στους μακρυνούς ορίζοντες σαν συμβολικὸς αντίλαλος της μουσικής συνθέσεως, που εκτελούν σε ρυθμὸ πανηγυρικὸ οι ψυχὲς των χριστιανών. Μυριόστομος επαναλαμβάνεται ο επικολυρικὸς ύμνος της Εκκλησίας, που εκφράζει και νίκη και σωτηρία. Και μαζὺ με τις ιερὲς ψαλμωδίες υψούνται με φλόγα σταθερὴ οι πασχαλινὲς λαμπάδες των χριστιανών, σαν άλλος συμβολισμὸς του φωτὸς που καίει στις καρδιές τους μετὰ την ανατολὴ του Αιωνίου Φωτὸς απὸ τον κενὸ τάφο.
Ρήματα, ουρανόπεμπτου αγγέλου ακούνε αι Μυροφόροι και απορούν. ««Ἡγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε· ἴδε ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν» (Μάρκ. Ιστ', 6). Αυτών των λόγων είναι ποιητικὴ διατύπωσι και μελωδικὴ έκφρασι ο ύμνος της Εκκλησίας «Χριστὸς ανέστη εκ νεκρών...». Χριστὸς ανέστη, λοιπόν. Η μεγαλύτερη, η ιερώτερη, η λαμπρότερη και η ενδοξότερη ψαλμικὴ έκφραση του θριάμβου της πίστεώς μας. Ανέστη ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Ο Εσταυρωμένος Λυτρωτὴς και Διδάσκαλος. Τα φρικτὰ πάθη και η τριήμερη ταφή του παραμερίσθηκαν πρὸς στιγμὴ και η ένδοξη Ανάστασί του καθίσταται το κέντρον ολοκλήρου του κόσμου. Το βαρὺ σύννεφο που είχε σκεπάσει την καρδιὰ των μαθητών διαλύεται, και προβάλλει ελπιδοφόρος και δυνατὴ η Ανάστασι του Κυρίου, για να θερμάνη τις καρδιές τους, να αναζωογονήση την πίστι τους και να τους δώση νέα ζωή.
Ιδοὺ ότι η νέα αυτὴ ζωὴ μεταδίδεται σ' όλους τους Χριστιανούς. Η Ανάστασι είναι η απαρχὴ της νέας ζωής. «Ζωὴν αἰώνιον ἔδωκεν ἡμῖν ὁ Θεός, καὶ αὕτη ἡ ζωὴ ἐν τῷ υἱῷ αὐτοῦ ἔστιν». Ὁ ἔχων τὸν υἱὸν ἔχει τὴν ζωήν». (Α' Ιωάν. ε',11). Δεν μας εχάρισε μόνον την πρόσκαιρη ζωὴ της γης ο Θεός. Μας εχάρισε τα μέσα για να ζήσωμε αιώνια ευτυχείς και μακάριοι. Η μακαρία και ατελεύτητη ζωὴ υπάρχει στον Υιὸ του Θεού, τον Κύριον Ιησούν. Οι ενωμένοι με τον Κύριο χριστιανοί, αυτοὶ που εξαγιάζονται με τὴ Χάρι της Εκκλησίας, αυτοὶ ζουν την Ανάστασι, και έχουν γνωρίσει το νόημα της αληθινής ζωής. Μας το είπεν ο ίδιος ο Κύριος «Εγὼ ειμι η ανάστασις και η ζωή» (Ιωάν. ια', 25). Η Ανάστασι είναι η αφετηρία και το τέρμα, η αρχὴ και ο σκοπός, η ουσία και το περιεχόμενο της πνευματικής μας ζωής.
Σαλπίζουν χαρμόσυνα οι αγγελικὲς σάλπιγγες του ουρανού και μεταδίδουν το μήνυμα για ν' ανοίξουν οι πύλες του Παραδείσου. Εγκαίνια νέα και ουράνιοι πανηγυρισμοί. Δονούνται τα δώματα στα ουράνια ανάκτορα. Εναλλασσόμενες οι στρατιὲς των αγγέλων υπηρετούν τον Νικητὴ Παντοκράτορα και κατὰ τις εντολές του στολίζουν τα βασίλεια της Εκκλησίας πάνω στο θρίαμβό της. Θεάματα και ακροάματα και σκιρτήματα γεύονται οι πρώτοι ευτυχείς κληρονόμοι, που οι γήϊνοι άνθρωποι δεν μπορούν να φαντασθούν. Εκεί καταυγάζει τα πάντα το Πνεύμα το Ἅγιο. Παντού φως και χαρά, ζωὴ και θρίαμβος, ευτυχία και πνευματικὴ ευφροσύνη.
Τέτοια η χαρὰ του Ουρανού. Και κάτω εκεί στα τάρταρα, τσακισμένος και ντροπιασμένος ο Άδης βοά και στενάζει. Έχασε το προνόμιο της κυριαρχίας του στις ψυχές. «Ο Άδης επικράνθη», κηρύσσει σήμερα η Εκκλησία. Επικράνθη, γιατί «κατηργήθη και ενεπαίχθη και ενεκρώθη και εδεσμεύθη». Δεν είχε τη δύναμι να κρατήση τον Νικητὴ του θανάτου. Συνετρίβησαν τα δεσμά του, έπεσε κάτω εκείνος, και ο Χριστὸς ανήλθε αναληφθεὶς έπειτα, στους κόλπους του Ουρανίου Πατρός, όπου υπήρχε προ χρόνων αιωνίων.
Ο θεμέλιος λίθος της πίστεώς μας, το κέντρο της χριστιανικής λατρείας είναι η Ανάστασι του Χριστού. Ο αναστάσιμος ύμνος είναι το τραγούδι των αγίων Αποστόλων, η αρχὴ και το τέλος του κηρύγματός τους, η αιτία του διωγμού και του μαρτυρίου τους. Ο Χριστός, ο αναστημένος Χριστός, είναι η μεγάλη και λυτρωτικὴ πραγματικότης. Παρουσιαζόταν σαράντα ημέρες στους μαθητὰς Του και μέχρι σήμερον «παρέστησεν εαυτὸν ζώντα... εν πολλοίς τεκμηρίοις» (Πράξ. α', 13). Ο θρίαμβος της Εκκλησίας μέσα στους τόσους αιώνας εξηγείται με τον κενὸ τάφο και την Ανάστασι του Χριστού.
Συλλογισμοὺς θεόπνευστους παρέδωσε στην Εκκλησία ο θείος Απόστολος Παύλος για την Ανάστασι του Κυρίου. Απαριθμεί τις εμφανίσεις του, ερωτά και απαντά, για να καταλήξη στη σκέψι «εἰ δὲ Χριστὸς οὐκ ἐγήγερται, κενὸν ἄρα τὸ κήρυγμα ἡμῶν, κενὴ δὲ καὶ ἡ πίστις ὑμῶν». Αλλ' αμέσως βεβαιώνει με απόλυτη πίστι «Νυνὶ δὲ Χριστὸς ἐγήγερται ἐκ νεκρῶν, ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο» (Α' Κόρ. ιε', 15,20). Και δεν είναι η πίστι αυτή, η ομολογία ενὸς μεγάλου σοφού μαθητού. Είναι η προσωπική του εμπειρία απὸ το εξαίσιο όραμα της Δαμασκού, που τον μετέφερε απὸ τον δρόμο της αρνήσεως στον δρόμο της παγκοσμίου ιεραποστολής.
Αποδείξεις για την λαμπροφόρο Ανάστασι έχομε πολλές. Αλλὰ δεν στηριζόμαστε στις αποδείξεις μόνον. Βεβαιωνόμαστε απὸ την πίστι. Διεκδικούμε την μακαριότητα που υπεσχέθη ο Κύριος, όταν είπε στο Θωμά «μακάριοι οι μὴ ιδόντες και πιστεύσαντες». Και αισθανόμαστε βαθύτατα σαν την πιο τρανὴ απόδειξι, την προσωπικὴ μας ανάστασι, την ανακαίνισι της ψυχής και την προσδοκία της σωτηρίας. Η Αγία Γραφὴ και η Παράδοσι της Εκκλησίας ανανεώνουν την παρουσίαν του γεγονότος της Αναστάσεως, η οποία είναι το αδιάκοπο θαύμα που επιτελείται καθημερινώς μέσα στην Εκκλησία των πιστών.
Νίκη της δικαιοσύνης και της αδικίας, της αληθείας κατὰ του ψεύδους, θεωρούμε το γεγονὸς της Αναστάσεως. Η τελεία δικαιοσύνη και η πλήρης αλήθεια ήλθε στον κόσμο, στο πρόσωπο του Κυρίου ημών Ιησού. Ο κόσμος της αμαρτίας δεν μπόρεσε να τον δεχθή και τον παρέδωσε στο σταυρικὸ θάνατο. Εσταυρώθη η δικαιοσύνη και η αλήθεια. Όταν ανοίγει ο Τάφος και ο αναστημένος Κύριος γίνεται ο Νικητής, τότε θριαμβεύει η δικαιοσύνη και η αλήθεια.
Επειδὴ πιστεύομε στην Ανάστασι έχομε την βεβαιότητα, ότι ο καθημερινὸς αγὼν της ζωής των χριστιανών δεν είναι χίμαιρα και ουτοπία. Η αλήθεια, η δικαιοσύνη και η λύτρωσι είναι το τρίπτυχο του περιεχομένου της πνευματικής μας ζωής. Η αλήθεια, τελεία και ολοκληρωμένη, είναι ο Χριστός. Η δικαιοσύνη και η αγάπη είναι το μήνυμα του ιερού Ευαγγελίου του. Η δε λύτρωσι είναι η ευεργετικὴ πραγματικότης της αιωνιότητος, η οποία απέρρευσε απὸ την θυσία του Κυρίου και την ένδοξη Ανάστασί του.
Σημείον απαισιόδοξο για την πορεία της συγχρόνου ανθρωπότητος είναι η απουσία του μηνύματος της Αναστάσεως απὸ τις ψυχὲς των ανθρώπων. Μία τέτοια ανθρωπότης παρουσιάζει την εικόνα, περὶ της οποίας ομιλεί ο ευαγγελιστὴς Ιωάννης στην Αποκάλυψι: «οἰδά σου τὰ ἔργα, ὅτι ὄνομα ἔχεις, ὅτι ζῇς καὶ νεκρὸς εἰ» (Αποκ. γ', 1). Οι κακίες, οι εριθείες, οι φθόνοι, τα ψεύδη, τα μίση, οι πόλεμοι φονεύουν τις ψυχὲς των ανθρώπων. Περισσότερον απὸ άλλοτε οι χριστιανοὶ καλούνται να συνεργήσουν να περιλάμψη στον κόσμο το άπλετο και ανέσπερο φώς της Αναστάσεως.
Τιμὴ και δόξα, καύχησι και ελπίδα είναι για τον αγωνιζόμενο πιστὸ ο Αναστὰς Κύριος. Εδώ ελπίζει να απαλύνει την τραχύτητα και την δοκιμασία της ζωής. Εδώ προσβλέπει για να ενισχυθή. Ο Απ. Παύλος εζήτει «
τοῦ γνῶναι αὐτὸν καὶ τὴν δύναμιν τῆς ἀναστάσεως αὐτοῦ καὶ τὴν κοινωνίαν τῶν παθημάτων αὐτοῦ, συμμορφούμενος τῷ θανάτῳ αὐτοῦ, εἰ πὼς καταντήσῃ εἰς τὴν ἐξανάστασιν τῶν νεκρῶν» (Φιλ. γ', 10-11). Αυτὸ είναι το μεγάλο βραβείο των χριστιανών, πεθαίνουν κάθε ημέρα ως πρὸς την αμαρτία, για να απολαύσουν την προσωπική τους ανάστασι εν Χριστώ Ιησού.
Ήλιος ανοιξιάτικος και ορθρινὸς ανατέλλει την ευφρόσυνη τούτη πασχαλινὴ ημέρα. Η ὡραιότερη των εποχών συμπίπτει με το ιερώτερο της πίστεως πανηγύρι. Η ψυχή μας ας ψάλη ευφρόσυνα τον αναστάσιμο ύμνο. Κυττάξτε πέρα μακρυά, εκεί όπου κάποτε εσείσθη ένας τάφος. Άστραψεν εκεί ο ουρανὸς και το ανέσπερο φως ανέτειλε απὸ το κενὸ μνημείο. Ο αιώνιος ήλιος του φωτός, της αγάπης και της δικαιοσύνης εμεσουρανούσε περίλαμπρος στην Αιώνιο Βασιλεία του. Βασιλεύει και τώρα και στους αιώνας ο Βασιλεύς. Και περιμένει τους υπηκόους του, που εκίνησαν μιὰ ημέρα απὸ την ιερὰ της Εκκλησίας κολυμβήθρα, για να φθάσουν στα ποθητὰ Βασίλεια και να αναμέλψουν και πάλιν τον χαρμόσυνο ύμνο «Χριστὸς ανέστη».

Μητροπολίτου Ανθίμου Αλεξανδρουπόλεως -νυν Θεσ/νίκης (κείμενο - μτφρ. - σχόλια), Αναστάσιμα - 50 ύμνοι, εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 1991.