(Μαρκ. 9, 17-31)

Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΔΑΙΜΟΝΙΖΟΜΕΝΟΥ ΝΕΑΝΙΣΚΟΥ
«Ὤ γενεά ἄπιστος καί διεστραμμένη»

1. Ἀπιστία σημαίνει διαστροφή

Ἤρθαμε στήν ἁγία αὐτή Ἐκκλησία γιά νά προσευχηθοῦμε νά κάνομε τήν Λειτουργία καί νά ἀκούσομε τό ἅγιο Εὐαγγέλιο, γιά νά ὠφεληθοῦμε καί νά διδαχθοῦμε. Ἄς ποῦμε λοιπόν λίγα λόγια, ἀπό αὐτά στά ὁποῖα μᾶς ὁδηγεῖ ἡ περικοπή πού ἀκούσαμε σήμερα.

Ἕνας ἄνθρωπος εἶχε ἕνα παιδί πού εἶχε δαιμόνιο. Σεληνιαζόταν. Ἔπασχε ἀπό ἕνα εἶδος ἄσχημης ἐπιληψίας. Ἀλλά δέν ὀφειλόταν μόνο σέ σωματικά αἴτια. Εἶχε μέσα του καί δαιμόνιο. Σπαρασσόταν, φώναζε, ἔφτανε σέ μιά ἔξαλλη κατάσταση, ἔπεφτε κάτω χτυπιόταν καί ξεραινόταν. Τό πῆγε σέ πολλούς γιατρούς, κατέφυγε σέ πνευματικά ἀλλά δέν ἔκανε πουθενά τίποτε.

Τελικά τό πῆγε στόν Χριστό, παρακαλώντας τον, μέ τά λόγια:

—Κύριε, ἄν μπορεῖς, κάμε κάτι.

Ὁ Χριστός ἀκούγοντας τά λόγια αὐτά, καί ξέροντας τί εἶχε ὁ καθένας μέσα του, καί τί εἶχε καί ὁ πατέρας αὐτός στήν καρδιά του, πόσο πίστευε, εἶπε:

—Ὤ γενεά ἄπιστος καί διεστραμμένη, πόσο καιρό θά εἶμαι κοντά σας; Μέχρι πότε πιά θά βλέπω καί θά ἀνέχομαι τέτοια πράγματα;

Μᾶς λέει δηλαδή ὁ Χριστός, ὅτι τό πιό δυσάρεστο πράγμα στό Θεό εἶναι νά βλέπει στόν κόσμο ἀπιστία. Γιατί ἡ ἀπιστία εἶναι διαστροφή. Ἀκούσατε τί εἶπε; «Ὤ γενεά ἄπιστος καί διεστραμμένη». Ὅποιος εἶναι ἄπιστος, ἔχει διαστροφή. Διαστροφή πνευματική. Εἶναι χειρότερη ἡ πνευματική διαστροφή ἀπό τήν σωματική διαστροφή.

Ἡ ψυχική διαστροφή εἶναι χειρότερη ἀπό τήν σωματική διαστροφή. Ἡ ψυχική ἀρρώστια εἶναι χειρότερη ἀπό τήν σωματική ἀρρώστια. «Ὤ γενεά», λοιπόν, «ἄπιστη, διεστραμμένη». Πόσο καιρό θά εἶμαι κοντά σας; Μέχρι ποτέ θά ἀνέχομαι νά βλέπω καί νά ἀκούω τέτοια πράγματα;

2. «Ψοφᾶμε» γιά τά πνευματικά

Εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νά σταθοῦμε σ’ αὐτά τά λόγια τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Πόσο ἀνόητο εἶναι γιά ἕναν ἄνθρωπο, νά μήν βλέπει κάποια πολύ ἁπλά πράγματα. Ὅτι δηλαδή ἡ καρδιά του ζητάει ὄχι μόνο φαΐ, πιοτό, ἀνάπαυση, ὕπνο... Ἀλλά ζητάει, πρῶτα ἀπ' ὅλα δικαιοσύνη, εἰρήνη.

Τί εἶναι ἡ δικαιοσύνη καί ἡ εἰρήνη; Πνευματικά πράγματα.

Ζητάει ἀγάπη, ζητάει καλωσύνη.

Τί εἶναι ἡ καλωσύνη; Κάτι τό πνευματικό.

Ζητάει ἀλήθεια. Δέν θέλει νά τοῦ λέει κανένας ψέματα. Δέν θέλομε κανένας νά μᾶς κοροϊδεύει.

Ἀκόμα κάτι τό σπουδαιότερο. Ζητάει ἀπό ὅλους τούς ἀνθρώπους, νά ἔχουν ταπείνωση. Δέν θέλει κανένας νά τοῦ φέρεται μέ ἐγωισμό. Γιατί;

Ἄς προσέξομε ἀκόμη κάτι τό παράξενο. Ὅλοι μας νά θέλομε νά κάνομε τόν «καμπόσο», νά κάνομε τόν «κάποιο». Μᾶς ἀρέσει νά καταφρονοῦμε τούς ἄλλους. Μᾶς ἀρέσει νά δείχνομε ὅτι εἴμαστε δυνατοί, ὡραῖοι, ἔξυπνοι... Ἀλλά δέν μᾶς ἀρέσει νά μᾶς τό κάνει κανένας ἄλλος. Γιατί ἀδελφοί μου;

Γιατί ὁ Χριστός, ὁ Θεός, ὁ δημιουργός μας, μᾶς ἔφτειαξε καί θέλει νά εἴμαστε ὅλοι, ὅπως μᾶς τὄχει τόσο πολύ διδάξει, ἀγαπημένοι καί ἴσα. Καί ὁ καθένας μας, νά θεωροῦμε τόν ἑαυτό μας ὄχι ἀφέντη, ὄχι κύριο, ὄχι δεσπότη τῶν ἄλλων, ἀλλά ὑπηρέτη τους. Νά τούς ἀγαπάει, νά τούς τιμᾶ.

Καί ἐκεῖνα πού εἶπε ὁ Χριστός, εἶναι εἴτε τό θέλομε, εἴτε δέν τό θέλομε ριζωμένα μέσα στήν ψυχή μας. Καί γι’ αὐτά, ὅπως λέμε «ψοφᾶμε». Κανένας ἄνθρωπος δέν «ψοφάει» γιά ψωμί· γιά κρασί· γιά διασκέδαση... ὅσο κυριολεκτικά «ψοφάει» γιά δικαιοσύνη, γιά εἰρήνη, γιά ἀγάπη, γιά καλωσύνη, γιά ταπείνωση. Γιατί αὐτά ἔβαλε μέσα στήν καρδιά μας ὁ σωτήρας τοῦ κόσμου καί Θεός μας Ἰησοῦς Χριστός.

Αὐτός λοιπόν μᾶς εἶπε: «Μήν ἔχετε τήν στραβή καί τή νόθη ἰδέα ὅτι ἡ ζωή ἀρχίζει ἐδῶ καί τελειώνει ἐδῶ». Ἀρχίζει, ὅταν γεννιώμαστε, ἀλλά δέν τελειώνει. Ἡ ζωή μας θά εἶναι αἰώνια. Καί θά εἶναι αἰώνια ἤ στόν Παράδεισο ἤ στήν κόλαση. Ἀνάλογα μέ τά ἔργα τά ὁποῖα κάναμε. Ἀνάλογα μέ τό ἄν εἴχαμε στή ζωή μας δικαιοσύνη, εἰρήνη, ἀγάπη, καλωσύνη, θυσία, ταπείνωση, προσφορά. Ἄν θέλαμε νά προσφέρομε καί ὄχι νά ἁρπάξομε. Ἄν θέλαμε νά τιμήσομε καί ὄχι νά καταδυναστεύσομε καί νά ἐκμεταλλευτοῦμε τόν φτωχό, τόν ἀδύνατο.

Βλέπομε ὅμως ὅτι μερικές φορές, σκεπτόμαστε σάν τόν πατέρα τοῦ δαιμονιζομένου παιδιοῦ, πού τοῦ εἶπε ὁ σωτήρας μας Ἰησοῦς Χριστός: «Ὤ γενεά ἄπιστος καί διεστραμμένη». Σκεπτόμαστε δηλαδή διεστραμμένα καί λέμε:

«Καί ποιός τά εἶδε; Εἶδε ποτέ κανείς Παράδεισο καί κόλαση; Ἄραγε ὑπάρχουν; Ἄραγε δέν ὑπάρχουν;»

Ἔλεγε ὁ πατέρας τοῦ παιδιοῦ:

—Κύριε, ἄν μπορεῖς. Ἄν μπορεῖς. Δηλαδή: μπορεῖς δέν μπορεῖς, ποῦ τό ξέρω ἐγώ;

Ὑπάρχει Παράδεισος, δέν ὑπάρχει Παράδεισος, ποῦ τό ξέρω ἐγώ;

Νά ἡ ἀμφιβολία. Ἴδια νοοτροπία μέ τόν πατέρα αὐτοῦ τοῦ παιδιοῦ. Καί εἶπε ὁ Χριστός γιά κείνους πού σκέπτονται ἔτσι: «Ὤ γενεά ἄπιστος καί διεστραμμένη». Γιατί τό εἶπε ἀδελφοί μου αὐτό; Ἄς τό ἐξηγήσομε.

Λέει ἕνας ἄνθρωπος: Ἐγώ τό σπίτι μου τό ξέρω. Τό ξέρω καί τό βρίσκω νύχτα, μέ σκοτάδι. Καί τό κάθε πράγμα μέσα στό σπίτι μου, ἔχει τήν θέση του. Δέν ἔχω ἀνάγκη ἀπό φῶς γιά νά τό βρῶ. Τό ροῦχο μου τό ξέρω καλά. Τό τσουκάλι μου τό ξέρω καλά. Τήν προβατίνα μου τήν ξέρω καλά, γνωρίζω καί τό βέλασμά της. Τόσες προβατίνες ὑπάρχουν, ἀλλά ἐγώ τό ξεχωρίζω τό βέλασμα τῆς δικῆς μου προβατίνας. Τί παράξενο πράγμα!

Καί ἡ προβατίνα, ζῶο, γνωρίζει τόν ἀφέντη της ἀπό τήν μυρουδιά. Καί τό σκυλί τό ἴδιο. Γνωρίζει τόν ἀφέντη του. Ἄντε τώρα ἐσύ, ὁ μεγάλος καί σοφός ἄνθρωπος γνώρισε ἀπό τήν μυρουδιά ἄνθρωπο, ἄλλον. Ὅμως τό σκυλί τόν γνωρίζει.

Ἔ, λοιπόν. Τό μυαλό μας, μπορεῖ νά μᾶς λέει ὅτι εἴμαστε πάρα πολύ ἔξυπνοι. Ἀλλά δέν εἴμαστε καί τόσο ἔξυπνο ὅσο τό φανταζόμαστε. Δέν τά καταλαβαίνομε ὅλα. Καί προπαντός δέν ξέρομε τί γίνεται στόν οὐρανό. Ὅπως δέν ξέρομε καλά-καλά τί γίνεται δίπλα μας... Αὐτή τήν στιγμή, ξέρομε τί γίνεται ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία; Δέν ξέρομε. Στέκει ἄραγε κανένας πίσω ἀπό ἐκεῖνο τόν τοῖχο ἤ ὄχι; Δέν τό ξέρομε γιατί δέν τό βλέπομε. Τόσο περιορισμένη εἶναι ἡ γνώση μας.

Λέει ὁ Χριστός: «Ἐκεῖνα πού εἶναι στόν οὐρανό, ἐσεῖς δέν τά εἴδατε ποτέ καί δέν τά ξέρετε. Καί γι' αὐτό χοροπηδᾶνε μέσα στό νοῦ σας, τέτοιες ἰδέες ἀπιστίας. Ἀλλά ὑπάρχει κάποιος πού ἔζησε στόν οὐρανό καί τά ξέρει». Γιατί ὁ οὐρανός εἶναι τό σπίτι του. Δικά του ὅλα. Παράδεισο καί κόλαση, τά ξέρει καλά. Καί αὐτός κατέβηκε ἀπό τόν οὐρανό, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ὁ μονογενής καί ἦλθε στόν κόσμο, γιά νά μᾶς τά διδάξει. Καί ἔχομε χρέος, νά τόν ἀκοῦμε.

Καί προκειμένου γιά Παράδεισο καί γιά κόλαση καί γιά αἰώνια ζωή, νά μήν ἀκοῦμε ἐκείνους πού λένε ἐξυπνάδες. Γιατί ποτέ δέν εἶδαν, ποτέ δέν ἄκουσαν, ποτέ δέν κατάλαβαν. Ἀλλά νά μιλᾶμε μ’ ἐκεῖνον πού ξέρει τόν Παράδεισο καί τήν κόλαση, τόν οὐρανό καί ὅλα τά μυστήρια τοῦ οὐρανοῦ καί τοῦ κόσμου, τέλεια. Γιατί εἶναι ὁ νοικοκύρης τους. Ὁ δημιουργός τους, τό ἀφεντικό τους.

Θά ἔπρεπε ἀδελφοί, νά ἔχομε ἀσκηθεῖ νά βρίσκομε τόν Κύριό μας, ὅπως βρίσκει τό σκυλί, τόν ἀφέντη του καί ἡ προβατίνα τό ἀφεντικό της· μέ τή μυρουδιά. Τόσο πολύ.

Ἔτσι ἔχομε χρέος, μᾶς λέει ὁ Χριστός, νά βρίσκομε τόν σωτήρα καί Κύριό μας, καί ὄχι νά λέμε τά κούφια λόγια: «Ποιός τά εἶδε; Ποιός τά ξέρει;»

Γιατί ἡ ἀπάντηση τοῦ Χριστοῦ εἶναι κοφτή: «Ὤ γενεά ἄπιστος καί διεστραμμένη».

3. Νά πού φωλιάζουν τά δαιμόνια

Τί ἀκούσαμε αὐτές τίς μέρες; Ἕνα παιδάκι δεκατεσσάρων χρονῶν, μόλις δηλαδή πού τελείωσε τό Δημοτικό σχολεῖο, ἕνα νήπιο οὐσιαστικά, ἔσφαξε τόν πατέρα του καί τήν μητέρα του. Γιατί; Γιατί ἤθελε νά μιμηθεῖ ἐκεῖνα πού ἔβλεπε στήν τηλεόραση. Νά καταλαβαίνομε μερικές φορές καί ἐμεῖς «οἱ φτωχοί τῷ πνεύματι ἄνθρωποι», τί σημαίνει ἀντί ὁ ἄνθρωπος νά ἀκούει τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, πού τόν εἰρηνεύει καί τόν κάνει νά ἀγαπάει καί νά σέβεται καί νά τιμάει, νά βλέπει ἐγκλήματα... Νά βλέπει πράγματα τά ὁποῖα μέσα στήν ψυχή του, στάζουν δηλητήριο. Καί νά ἦταν δηλητήριο σωματικό; Δηλητήριο ψυχῆς εἶναι. Πόσο χειρότερο!

Θά ἔλεγε ὁ πατέρας ἤ ἡ μητέρα ὅταν ἔβλεπαν τό γυιόκα τους νά κάθεται στήν τηλεόραση.

—Ἄστο, ἄστο, δέν μᾶς ἐνοχλεῖ. Ἄστο νά κάτσει κεῖ πέρα. Ἀφοῦ τοῦ ἀρέσει ἄστο.

—Ἀλλά μπῆκε μέσα στήν ψυχή του δηλητήριο.

—Ἔ, τί δηλητήριο εἶναι αὐτό ἄραγε; Ὅλοι ζοῦνε καί αὐτό θά ζήσει. Ἔ, θά ζήσει λίγο διαφορετικά. Ἄς ζήσει ὁ καθένας ὅπως θέλει.

Ναί, μά...ζεῖ ἐκεῖνο ὅπως θέλει, ἀλλά δέν ἀφήνει ἐσένα νά ζήσεις.

Νά, πῆρε τό μαχαίρι, κρύφτηκε μέ τήν κουκούλα πίσω ἀπό τήν πόρτα καί μαχαίρωσε τήν μάνα του, πού μπῆκε ἔψαχνε νά τόν βρεῖ. Καί ὅταν ἄκουσε ὁ πατέρας τίς φωνές καί ἔτρεξε, μαχαίρωσε καί τόν πατέρα καί τούς ἔκανε κομμάτια. Καί τούς δυό.

Τί σημαίνει αὐτό, ἀδελφοί μου;

Λέει τό Εὐαγγέλιο:

—Τί ἔχει ὁ γυιός σου;

—Ἔχει δαιμόνιο, λέει, σεληνιάζεται. Ὅταν τόν πιάνει, ρήσει αὐτόν. Τόν ταράσσει. Τρίζει τούς ὀδόντας. Πέφτει κάτω. Ξεραίνεται.

Σ’ αὐτή τήν περίπτωση, τί ἔγινε μέ τό παιδί; Τὄπιασε τό δαιμόνιο, ποιό δαιμόνιο; Ἐκεῖνο πού φωλιάζει στά ἄσχημα διδάγματα, πού ἐπηρεάζουν παιδιά ἀπό τριῶν χρονῶν μέχρι ἑκατόν τριῶν. Ὅλα τά παιδάκια τά ἐπηρεάζουν. Καί ὅλα τά παιδάκια, εἴτε εἶναι τριῶν, εἴτε εἶναι δεκατριῶν, εἴτε ἐνενήντα τριῶν, ὅλα τά παιδάκια τοῦ Θεοῦ, τά κάνουν –αὐτά τά ἄσχημα διδάγματα- καί δαιμονίζονται. Γιατί αὐτό εἶναι ἡ κακή διδασκαλία.

Μένει κανένας ἀνεπηρέαστος; Καί ἀπό τά ἱερά διδάγματα, ἀλλά καί ἀπό τά δαιμονικά διδάγματα;

Τρίζει λοιπόν τούς ὀδόντας καί πέφτει κάτω καί ξηραίνεται.

4. Δίδαξε καί διδάξου ἀπό τό παιδί σου

Καί τώρα πού ὁ μικρός σκότωσε τούς γονεῖς του, διαβάζομε στίς ἐφημερίδες, μαζευτήκανε οἱ σοφοί τοῦ κόσμου τούτου, νά ἀναλύσουν τό φαινόμενο. Ποιό φαινόμενο;

Πῶς ἕνα παιδάκι δεκατεσσάρων χρονῶν, μαχαίρωσε τόν πατέρα του καί τήν μητέρα του; Καί μετά τούς ἔβαλε οἰνόπνευμα νά καοῦν, πλύθηκε καί λούστηκε καί πῆγε νά παίξει τό ἄλλοθι. Πράγμα πού δείχνει πῶς δέν ἦταν τρελλό. Γιατί ὁ τρελλός εἶναι ἀκαταλόγιστος.

Καί λοιπόν τί γίνεται τώρα; Νά τό ποῦμε. Θά ποῦν πολλά, ὁ καθένας ἀνάλογα μέ τήν δουλειά του. Ἀναλόγως μέ τή λόξα του. Ἀναλόγως μέ τό σκοτάδι πού ἔχει μέσα στήν καρδιά του. Ἔτσι θά τό ἐξηγήσουν ὁ καθένας τό φαινόμενο. Ἀλλά τό πρόβλημα ποῦ εἶναι;

Ὅτι τό παιδί αὐτό δέν τό εἶχαν ἀπό πρίν καθοδηγήσει καί διδάξει σωστά.

Δηλαδή;

Νά τό ποῦμε μέ λίγα λόγια. Ὅταν δοῦμε ὅτι τό παιδί δέν πάει καλά, τότε ψάχνουμε νά βροῦμε θεραπεία. Ὅταν δοῦμε ὅτι ἕνας ἄνθρωπος δέν πάει καλά, ψάχνουμε νά βροῦμε γιατρό. Τότε ψάχνουμε νά βροῦμε γιατρό. Προηγουμένως δέν φροντίζομε.

Καί εἶπε ὁ πατέρας στόν Χριστό: «πῆγα τό παιδί λέει στόν τάδε, στόν τάδε, στόν τάδε, τὄφερα καί στούς μαθητές σου. Ἀλλά δέν κατάφεραν νά κάνουν κανένας, ἀπολύτως τίποτε. Τίποτε δέν ἔκαναν. Καί τό ἔφερα σέ σένα».

Ὅσοι ἀσχολοῦνται μέ τά παιδιά τό ἔχουν διαπιστώσει. Τά παιδιά ἀδελφοί μου εἶναι καλά πάντοτε, γιατί εἶναι δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ. Καί ἔχουν ἕνα μεγάλο, τεράστιο προσόν. Ἔχουν πάντοτε καθαρή καρδιά, καί εἰλικρίνεια. Δέν βρίσκεις δολιότητα στά παιδιά. Δέν βρίσκεις ὑποκρισία καί ψέμα. Θά στά ποῦν ὅλα ὁλοκάθαρα τά παιδάκια.

Ἀλλά ἐνῶ ἔχουν αὐτές τίς μεγάλες ἀρετές, καθαρότητα καί εἰλικρίνεια, κάνουν διάφορες ἁμαρτίες. Ἐπειδή εἶναι χωρίς πείρα. Καί ἐπειδή δέν ξέρουν καλά τήν σημασία τῶν πραγμάτων, ἐπαναλαμβάνουν ὅτι βλέπουν. Θά ποῦν καμιά κουβεντούλα, θά κλέψουν κανά γλυκό, θά ξεχάσουν καί θά κάνουν καμιά παρακοή, θά παρατήσουν τό διάβασμα καί θά πᾶνε νά παίξουν κτλ... Ὅλα αὐτά εἶναι ἁμαρτίες τῶν παιδιῶν.

Ἔρχεσαι τώρα καί τά ρωτᾶς τά παιδιά. Τά ρωτᾶμε καί ἐμεῖς μερικές φορές, ὅταν ἔρχονται νά ἐξομολογηθοῦν. Ξέρετε τί χαρά πού εἶναι γιά τούς παπάδες νά βλέπουν παιδάκια νά ἐξομολογοῦνται; Γιατί ὅτι ἔχουν κάνει θά τά ποῦν ὅλα. Καί τά λένε μέ ἀπόλυτη εἰλικρίνεια. «Ἔτσι ἔκανα, ἔτσι ἔκανα». Τίποτε ἄλλο.

Ἔρχονται καί μεγάλοι ἄνθρωποι στήν ἐξομολόγηση. Ἀλλά ἐνῶ τά παιδάκια σοῦ προσφέρουν σιτάρι μόνο, δηλαδή λένε τόν ἑαυτό τους ὅπως εἶναι μέ εἰλικρίνεια, ἀρχίζει ὁ γέρος καί ἡ γριά: «Ξέρεις, ἔκανα κεῖνο κεῖ μέν, ἀλλά μοῦ ἔφταιξε ἡ νύφη μου, ἡ κόρη μου, ὁ γαμπρός μου, ὁ γείτονάς μου». Σάν νά λένε: «Ἐγώ, εἶμαι καλός, ἐγώ δέν θά τὄκανα ποτέ, ἅμα δέν πέφτανε ἀπάνω μου».

Λέει ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός: «Ὅταν πᾶς νά ἐξομολογηθεῖς, νά μήν θυμηθεῖς ποιός ἔφταιξε πού ἔκανες τήν ἁμαρτία καί κατηγορεῖς τούς ἄλλους. Γιατί αὐτά τά ἔκανε ὁ φαρισαῖος, κατηγοροῦσε στήν προσευχή του τούς ἄλλους. Ἐσύ ἄν θέλεις νά εἶσαι εὐάρεστος στό Θεό, πηγαίνοντας νά ἐξομολογηθεῖς, πού πρέπει νά ἐξομολογούμεθα, γιατί μέ τήν ἐξομολόγηση φεύγει ἀπό μέσα ἡ ἁμαρτία μας καί μένομε λευκοί καί καθαροί... νά κατηγορήσεις μόνον ἕνα. Τόν ἑαυτό σου. Νά εἰπεῖς: «Γιά ὅλα παπούλη, ὅσα λέω τώρα, ἕνας φταίει. Ἐγώ. Κανένας ἄλλος. Γιατί ἅμα ἐγώ δέν ἤμουνα κακός ἤ κακή καί δέν τό ἤθελα, μποροῦσα νά ἀποφύγω τήν ἁμαρτία».

Ἔστω καί «ἕνα τοῖς ἑκατό» νά φταῖς, ἅμα δέν ἔφταιγες οὔτε ἐκεῖνο τό «ἕνα τοῖς ἑκατό», δέν ἔκανες ἁμαρτία. Πᾶρε λοιπόν ἐπάνω σου τό «ἕνα τοῖς ἑκατό» καί ξέχασε τούς ἄλλους.

Γιατί τόν Χριστό καί τούς ἁγίους, τούς ἐπιλάτευαν πολλές ὧρες καί πολλές ἡμέρες ἄλλοι ἄνθρωποι καί τά δαιμόνια γιά νά τούς κάνουν νά κάνουν ἁμαρτία. Ἀλλά δέν ἔκαναν. Γιατί δέν ἤθελαν. Ἄρα λοιπόν τό «ἕνα τοῖς ἑκατό» πού φταῖς ἐσύ, εἶναι πολύ σοβαρό, καί πρέπει αὐτό νά θυμᾶσαι καί ὄχι πόσο ἔφταιξαν οἱ ἄλλοι.

5. Ἄν εἴχαμε πίστη τί θά εἴμαστε!

Ὅλοι φροντίζομε νά στέλνομε τά παιδιά μας στό σχολεῖο. Καί παρακολουθοῦμε μέ μεγάλη εὐχαρίστηση καί καμαρώνουμε κυριολεκτικά τά παιδάκια, μέ τόν δάσκαλό τους, ἐδῶ στήν Ἐκκλησία. Εἶναι πολύ συγκινητικό ἀδελφοί, καί δείχνει τί μεγάλος πλοῦτος εἶναι καλά παιδιά καί καλός δάσκαλος.

Ἀλλά ἐλᾶτε ὅμως, πού ὑπάρχουν μερικές περιπτώσεις, πάει τό παιδί στό σχολεῖο καί ἀντί νά τό διδάσκει καί νά τοῦ λέει ὠφέλιμα πράγματα, τοῦ λέει ὁ δάσκαλος φέρ’ εἰπεῖν: «Ἔ, ποῦ νά ξέρεις... ὑπάρχει ψυχή, ὑπάρχει Παράδεισος, ὑπάρχει κόλαση; Δέν ξέρομε τίποτε. Ἐσεῖς τό ξέρετε τό εἴδατε ποτέ; Ἐσένα σέ βλέπω. Τόν ἀρχάγγελο Μιχαήλ, ἐγώ δέν τόν εἶδα ποτέ μου. Δέν ὑπάρχει. Τόν Παράδεισο, δέν τόν εἶδα. Τό σπίτι μου τό βλέπω. Τόν Παράδεισο δέν τόν βλέπω. Δέν ὑπάρχει. Ὅτι δέν βλέπω δέν ὑπάρχει».

Τό σχολεῖο δίνει γνώσεις γιά τά ἐπίγεια. Δίνει κρίση. Βοηθάει τό παιδί νά ἀποκτήσει κρίση, ἀλλά δέν τό βοηθάει νά ἀποκτήσει Θεό καί πίστη. Ὅταν βέβαια εἶναι καλός δάσκαλος τά βοηθάει τά παιδιά γιά ὅλα.

Ἀλλά ὅταν δέν εἶναι καλός, δέν τό βοηθάει τό παιδί νά ἀποκτήσει Θεό καί πίστη. Βαθμολογεῖ τήν διαγωγή του, ἀλλά δέν τό μαθαίνει νά ἔχει διαγωγή. Νά τό κακό.

Εἶπε ὁ πατέρας στό Χριστό: «Ἔφερα, τόν γυιό μου στούς ἀποστόλους σου». Καί σήμερα ὅταν φτάσουν πράγματα στό ἀπροχώρητο, τό πᾶνε οἱ γονεῖς στούς παπάδες τό παιδί. Καί οἱ παπάδες προσπαθοῦν νά κάνουν κάτι.

Λέει τό Εὐαγγέλιο: Οἱ ἀπόστολοι ἄρχισαν καί ἐξόρκιζαν καί προσευχόνταστε, παρακαλοῦσαν τόν Χριστό, παρακαλοῦσαν γιά νά γίνει καλά τό παιδί. Ἀλλά τό παιδί δέν γινότανε καλά. Γιατί;

Ρώτησαν τόν Χριστό καί τούς τό εἶπε: «Δέν ἔχετε καί σεῖς ὅση πρέπει πίστη. Γιά τήν ἀπιστία σας».

—Γιατί δέν ἔγινε καλά μέ τίς δικές μας προσευχές;

—Γιατί δέν εἴχατε ὅση πρέπει πίστη.

Ξέρετε τί κακό εἶναι καί γιά μένα, καί γι' αὐτό τό χρυσό ἄνθρωπο πού ἔχετε δῶ πέρα παπά καί κυριολεκτικά χρυσός εἶναι, διαμάντι εἶναι τῆς ἱερωσύνης. Σεῖς τόν ξέρετε καλύτερα ἀπό μένα. Ἐγώ τόν βλέπω, τόν ἀκούω, τόν καταλαβαίνω. Καί σεῖς τόν ζεῖτε. Ἄν εἴχαμε λίγο περισσότερη πίστη στόν Χριστό, πιό βαθειά, τί θά εἴμαστε!

Θά εἴμαστε ὅτι ἦταν ὁ ἅγιος Βλάσιος. Καί ὅτι ἦταν ὁ ἅγιος Γεώργιος, ὁ ἅγιος Βασίλειος. Τόσο μεγάλο πράγμα εἶναι ἡ πίστη, ἡ πίστη στόν Χριστό.

Πρέπει νά πιστεύομε μέ ὅλη μας τήν καρδιά. Ὁ πατέρας δέν πίστευε καί γι' αὐτό, λέει, «ἀφοῦ δέν βρῆκα ἀπό πουθενά θεραπεία, τὄφερα σέ σένα Χριστέ μου τό παιδί μου».

Ἐγώ τί πρέπει νά κάνω; Ἰδιαίτερα σήμερα πού βλέπομε τήν τηλεόραση νά μᾶς γεμίζει δαιμόνια, τίς ἐφημερίδες καί τούς ἀνθρώπους τοῦ κόσμου τούτου, νά σκορπίζουν τό δηλητήριο καί τόν πνευματικό θάνατο. Μέ τίς διασκεδάσεις τους, μέ τόν τρόπο τῆς ζωῆς τους, μέ τά γλέντια τους. Μέ τό βόρβορο πού βγαίνει ἀπό τό στόμα τους, ὅπου τό ἀνοίξουν.

Ὅταν βλέπομε ἀκόμη, νά τό προσθέσομε καί αὐτό, ὅτι καί οἱ παπάδες δέν μᾶς ὁδηγοῦν ὅσο πρέπει καλά, ὅτι ὁ παπάς δέν εἶναι ὅσο πρέπει καλός...

Ἐγώ δέν πρέπει νά φεύγω ἀπό τόν Χριστό, γιατί τόν ἑαυτό μου καταστρέφω.

Ἀλλά πρέπει νά παίρνω τήν ἀπόφαση: «Πιό κοντά σέ σένα Χριστέ μου. Γιατί ἄν ἀπό ὅλα βγαίνω γελασμένος καί ζημιωμένος, ἀπό σένα, τήν πηγή τῆς ἀγαθότητος, τήν πηγή τοῦ καλοῦ, τήν πηγή τῆς ἀλήθειας καί τῆς αἰώνιας ζωῆς, δέν πρόκειται ποτέ νά βγῶ ζημιωμένος».

6. Πῶς πᾶμε κοντά στόν Χριστό;

Πρέπει νά πᾶμε κοντά στόν Χριστό.

Πῶς πηγαίνομε κοντά στόν Χριστό; Πρῶτα ἀπ' ὅλα, μέ τά καλά μας ἔργα. Ἐάν ὁ ἄνθρωπος λέει, «ἔχω καλά αἰσθήματα», ὅλοι ἔχομε μερικές στιγμές τουλάχιστον, πολύ καλά αἰσθήματα, ἀλλά δέν κάνει καλά ἔργα, τά ἄσχημα ἔργα, θά μαγαρίσουν τήν ψυχή του καί θά παύσει νά ἔχει καλά αἰσθήματα. Ἐξετάστε, νά σᾶς εἰπῶ ἕνα ἁπλό πραγματάκι. Μήν τό παραξηγήσετε, θά τό πῶ ὅπως γίνεται στόν κόσμο.

Ἕνα παιδί, εἶναι χρυσό παιδί, καλό παιδί. Καί ἡ κοπέλλα διαμαντάκι. Ξαφνικά λοιπόν, ὁ νεαρός μέ τήν νεαρή, σμίγουν. Τούς ἀρέσει ἡ παρέα τοῦ ἑνός μέ τόν ἄλλο. Καί στό τέλος, χωρίς νά ἔχουν κακή διάθεση, γίνεται ἔρωτας. Ἀλλά ὁ ἔρωτας δέν πάει πάντοτε καλά. Πάει στραβά μερικές φορές. Καί στό τέλος ὁ νεαρός ἤ ἡ κοπέλλα, καταντάει νά θεωρεῖ τόν ἄλλο λεμονόκουπα πού τήν στίβει καί τήν πετάει. Γιατί ἀφοῦ ἀρχίσουν σχέσεις καί στό τέλος διαπιστώσουν ὅτι δέν μποροῦν ἤ δέν πρέπει νά παντρευτοῦν, γιά τούς δικούς τους ὑπολογισμούς ἤ κοινωνικούς ἤ τῶν γονέων, ἤ ὁτιδήποτε ἄλλο, πέστε μου: «Μπορεῖ νά διατηρηθοῦν ἀγαθά αἰσθήματα μέσα στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ;»

Δέν φτάνει στή θεωρία τῆς λεμονόκουπας: «στίψε, πᾶρε τό λεμονάκι καί πέτα τήν λεμονόκουπα»;

Ἤ, ὁ ἄλλος εἶναι χαρτοπετσέτα μιᾶς χρήσεως. Σκούπισμα καί στό σκουπιδοντενεκέ.

Πόσοι δέν φέρνονται ἔτσι στούς ἀνθρώπους, μαγαρίζοντας τήν δική τους ψυχή καί δημιουργώντας γύρω τους ἐρείπια; Πῶς νά μείνουν «τά ἀγαθά αἰσθήματα» μετά ἀπό κάτι τέτοια στίς καρδιές;

Ἡ ἁμαρτία μαγαρίζει τήν καρδιά. Γι' αὐτό πρέπει ὁ ἄνθρωπος νά μήν κάνει ἁμαρτίες.

Τώρα ἀδελφοί μου, μέσα στήν Ἐκκλησία, εἴσαστε ὅλοι κοντά στόν Χριστό αὐτή τήν στιγμή. Καί ὄχι ἁπλῶς κοντά στόν Χριστό. Ἄγγελοι εἴσαστε αὐτή τήν στιγμή. Ἄγγελοι, ἀληθινοί ἄγγελοι. Γι' αὐτό καί λέμε: «Οἱ τά χερουβίμ μυστικῶς εἰκονίζοντες» τήν ὥρα τοῦ χερουβικοῦ... Δηλαδή εἴμαστε σάν τά χερουβίμ. Καί δέν λέμε ψέματα. Ἐκείνη τήν στιγμή, σάν χερουβίμ εἴμαστε. Ἡ καρδιά μας στόν Χριστό. Ὅπως εἶναι τά χερουβίμ, γύρω ἀπό τόν θρόνο τοῦ Χριστοῦ, ἔτσι εἴμαστε μέσα στήν Ἐκκλησία. Γεμάτοι ἠρεμία, γεμάτοι εἰρήνη, γεμάτοι δικαιοσύνη. Σκέψεις κακές δέν περνᾶνε ἀπό τό νοῦ μας. Ὅλο ἀγάπη καί ὅλο καλωσύνη. Καί ὅλο πίστη καί ἄνω ἡ καρδιά.

Νά λοιπόν τώρα, εἶναι ἐδῶ ὁ Χριστός. Τό ἅγιο Ποτήριο εἶναι γεμᾶτο μέ τόν Χριστό πού μακάριος ὅποιος τρώει καί πίνει. Καί ἐμεῖς εἴμαστε ἐδῶ μέσα σάν ἄγγελοι. Τί καλό πού θά ἦταν, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, φεύγοντας ἀπό τήν Ἐκκλησία, βγαίνοντας ἔξω, νά εἴμαστε σωματικά ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἀλλά ψυχικά νά ἐξακολουθοῦμε νά μένομε μέσα στήν Ἐκκλησία σάν νά στεκόμαστε μπροστά στό Δεσπότη Χριστό, τόν Κύριο καί σωτήρα μας!

Τί ὡραῖο πού θά ἦταν νά σκεφτόμαστε ἔτσι.

Καί τί ὡραῖο πού εἶναι ὅταν ἐκεῖνο πού παίρνομε μέσα στήν Ἐκκλησία, τήν χάρη καί τήν δύναμη τῆς πίστεως, τήν καλλιεργοῦμε, μέ τή μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ.

Βγάζομε ἕνα μικρό φυλλαδιάκι, τό παίρνετε ἐδῶ στήν Ἐκκλησία. Λέγεται ΛΥΧΝΙΑ. Ἔχει τέσσερες πέντε ὡραῖες διηγήσεις, πού διδάσκουν τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό καί τήν πίστη καί τήν καθαρότητα. Τί ὡραῖο πού εἶναι νά διαβάζει κανείς αὐτά τά λόγια. Νά τά βάζει μέσα στήν ψυχή του.

Καί τί ὡραιότερο πού εἶναι, ἄν διαβάζει τό ἴδιο τό Εὐαγγέλιο τοῦ Κυρίου καί σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τότε, μᾶς λένε οἱ ἅγιοι, τό αἰσθανόμαστε, τό βλέπομε, εἶναι πραγματικότητα, τό ζοῦμε: Ἔρχεται ὁ Χριστός καί κατοικεῖ μέσα στήν καρδιά μας καί μᾶς κάνει νά ἀγαπᾶμε πραγματικά τήν δικαιοσύνη. Πραγματικά τήν εἰρήνη. Πραγματικά τήν καλωσύνη, τήν ἀγάπη, τήν διάθεση νά προσφέρομε στούς ἄλλους. Τήν διάθεση νά ἔχομε θυσία γιά τούς ἄλλους. Τήν διάθεση νά εἴμαστε κοντά στόν Χριστό. Νά μιμούμαστε τόν Χριστό καί τούς ἁγίους.

7. Ἔτσι φεύγουν τά δαιμόνια

Ἔτσι φεύγουν ἀπό τόν κόσμο τά δαιμόνια. Καί δέν κινδυνεύουν οἱ πατεράδες νά τούς σφάξουν τά παιδιά τους. Οὔτε νά τά βλέπουν νά ἀφρίζουν, νά τρίζουν «τούς ὀδόντας καί νά ξηραίνονται». Καί ἔτσι ἡ καρδιά τοῦ ἀνθρώπου ζωοποιεῖται· γιατί ἕνας εἶναι ἡ ζωή, ὁ Χριστός. Καί ὅταν ὁ Χριστός ἔρχεται μέσα μας, ἡ ψυχή μας εἶναι γεμάτη ἀπό ζωή καί ἀπό ὑγεία πνευματική.

Ἄς τόν παρακαλέσομε λοιπόν, νά μᾶς φωτίζει νά εἴμαστε πάντοτε κοντά του. Νά μᾶς δίνει δύναμη νά ζοῦμε ὅσο μποροῦμε περισσότερο σύμφωνα μέ τίς ἐντολές του.

Καί ἄς τόν παρακαλέσομε, τόν ὑπόλοιπο χρόνο τῆς ζωῆς μας, ἀλλά καί τόν ὑπόλοιπο χρόνο πού ἔχομε μέχρι τήν ἁγία καί μεγάλη ἑορτή τῆς ἀναστάσεως, πού εἶναι σύμβολο ἐκείνης τῆς ἀναστάσεως πού θά βροῦμε ὅταν θά σαλπίσει ἡ σάλπιγγα τῆς δευτέρας Παρουσίας, νά φτάσομε στήν μεγάλη ἑορτή τῆς ἀναστάσεως, πιό καλοί, πιό γεροί, πιό δυναμωμένοι, πιό ὑγιεῖς στήν πίστη, πιό ἀφοσιωμένοι στόν Χριστό. Καθαροί ἀπό τίς ἁμαρτίες μας, μέ τήν ἐξομολόγηση καί μέ τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ στό στόμα, στήν καρδιά, στό νοῦ μας. Ἀμήν.-

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ(†)

ἀπομαγνητοφωμένη ὁμιλία του στήν Κρυοπηγή, στίς 2/4/1995

 


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ