(Μαρκ. 8, 34-38 καί 9,1)

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤΑΥΡΟΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕΩΣ

1. Προετοιμασία γιά τήν νάσταση

λθαμε στήν κκλησία γιά παρακολουθήσουμε τήν Λειτουργία, νά προσευχηθομε καί νά κοπιάσουμε γιά τήν φέλεια καί τήν νδυνάμωση τς ψυχς μας. πως τρμε γιά νά δυναμώνει τό σμα μας, τσι χουμε καί τήν ποχρέωση νά τρέφουμε καί νά δυναμώνουμε τήν ψυχή μας, μέ τόν λόγο το Θεο, μέ τήν προσευχή καί μέ τήν παρακολούθηση τν ερν κολουθιν τς κκλησίας μας.

Εμαστε σέ μία περίοδο πού λέγεται «μεγάλη Σαρακοστή».

λοι ξέρουμε, τι τήν μεγάλη Σαρακοστή χουμε ποχρέωση νά νηστεύσουμε περισσότερο πό λλες φορές, νά ξομολογηθομε καί νά καθαριστομε πό τίς μαρτίες μας, μέ τίς ποες μολύναμε τόν αυτό μας. διαίτερα μέ τήν Θεία Κοινωνία, καθαριζόμαστε πό τίς μαρτίες μας, τίς ποιεσδήποτε. Καί τσι θά ξιωθομε, λοι μαζί, νά τελέσουμε τό γιο Πάσχα, τήν γία νάσταση το Χριστο, χι πλς μέ χαρά, λλά καί πνευματικά ναστημένοι. ταν λέμε: «Χριστός νέστη κ νεκρν θανάτ θάνατον πατήσας καί τος ν τος μνήμασιν ζωήν χαρισάμενος», νά ννοομε καί τόν αυτό μας μέσα. τι δηλαδή εμαστε πεθαμένοι πό τίς μαρτίες μας, καί Χριστός μέ τή χάρη του καί μέ τό λεός του, μέ τήν δύναμή του, μς νάστησε πό τήν μαρτία. Καί τσι νά γιορτάσουμε τήν νάσταση «ζωντανοί». Καί κρατώντας τό σύμβολο τς νίκης, τό φς, τό κερί τς ναστάσεως, νά δοξολογομε τόν Χριστό, πού λθε στόν κόσμο γιά μς καί γιά τή σωτηρία μας.

2. Στά χνη το ρχηγο

Τό πρτο βμα, λένε ο γιοι Πατέρες, γιά τήν νάσταση τς ψυχς εναι νίκη ναντίον τν πιθυμιν το σώματος, πού μς τραβνε στό θάνατο τς ψυχς. Γι' ατό τήν Μεγάλη Σαρακοστή νηστεύουμε καί γωνιζόμαστε περισσότερο. σο πιό καλά, σο πιό πολύ νηστεύει νας νθρωπος, τόσο πιό κερδισμένος εναι.

λλά δελφοί μου, τό ξέρουμε, τό καταλαβαίνουμε, δέν θέλει πολλή φιλοσοφία, γιά μς πού εμαστε σαρκικοί, πού ζομε μέ τήν σάρκα μας, δηλαδή μέ τό σμα μας, γκράτεια καί νηστεία εναι κουραστική.

Γι' ατό κριβς, πειδή κουράζει, ο γιοι Πατέρες, θεόφωτοι καί θεοφώτιστοι ρισαν στή μέση τς γίας Τεσσαρακοστς νά προσκυνομε τόν τίμιο καί ζωοποιό Σταυρό. Γιά ποιό λόγο;

Γιά νά παίρνουμε δύναμη καί παράδειγμα. Τί συμβολίζει Σταυρός; Τήν νίκη το Χριστο ναντίον το διαβόλου, τν παθν καί το θανάτου. Γι' ατό λοιπόν προσκυνομε τόν Σταυρό το Χριστο, στή μέση τς Σαρακοστς, γιά νά θυμηθομε, νά τό βάλλουμε βαθειά μέσα στήν καρδιά μας, τι Χριστός μέ πλο τόν Σταυρό νίκησε τόν θάνατο, τά πάθη καί τόν διάβολο. Καί νά μπορέσουμε καί μες, μ’ ατή τήν δύναμη το Σταυρο, το ζωοποιο Σταυρο, το πλου το Χριστο, μέ ατόν καί μες πλο, νά νικήσουμε τούς χθρούς μας. Τόν διάβολο, τά πάθη, καί τόν θάνατο. Τόν θάνατο τς ψυχς μας, ξ ατίας τν παθν μας, τν μαρτιν μας· πού φέρνουν τόν θάνατο.

Κάποτε νας μεγάλος βασιλιάς, νθρωπος μέ ξίωμα μεγάλο, περπατοσε μέσα στά χιόνια μέ μερικούς δικούς του. Τότε δέν εχαν οτε γαλότσες οτε τίποτε. Περπατοσαν μισοξυπόλυτοι μέ κάτι πέδιλα τς παλαις ποχς καί κοκκάλιαζαν κυριολεκτικά τά πόδια τους. τσι ο νθρωποι κάθε τόσο προσπαθοσαν νά σταθον μέσα στά χιόνια, γιά νά τά τρίψουν λιγάκι τά πόδια τους νά ζεσταθον.

νας νεώτερος μάλιστα πό τόν πόνο πού το προκαλοσε τό πάγωμα, πό τά χιόνια ρχισε νά κλαίει κι’ λας. Γυρίζει βασιλιάς καί το λέει:

-Γιατί κλας παιδί μου;

-Πάγωσα, φέντη, πάγωσα.

-Κοίταξε νά σο π παιδί μου. Θά πηγαίνω μπροστά. σύ φρόντιζε νά πατς πάνω στά δικά μου χνη, κε πού θχει νοίξει τόπο τό πόδι τό δικό μου. κε νά πατς. Νά ζεσταθες λιγάκι. Νά τόν χω ζεστάνει γώ λιγάκι πρτα τόν τόπο, μέ τό πόδι μου.

Καί πραγματικά πηγαίνει μπροστά κενος καί πό πίσω κολουθε, νεότερος, δολος το βασιλιά. Πατάει στά χνη του. Καί τό καταλαβαίνει τι τό πόδι του κάπως ζεστάθηκε. «Γιά φαντάσου», λέει, «πρε κενος τό πολύ κρύο καί μο φησε τό λιγότερο. Καί γώ πατάω στά χνη του. κενος πρε τό περισσότερο, γώ τό λιγότερο».

Προχωρον, προχωρον, καί μόνο πού σκεφτόταν τι βασιλιάς πάταγε σέ πιό κρύο τόπο π' τι διος, ζεστάθηκε ψυχικά καί πρε θάρρος, δύναμη καί ρμή. Καί πέρασαν τά χιόνια γεμάτοι πό γαλήνη καί πό ρεμία.

μες, χουμε μπροστάρη μας, δηγό μας, πρωτοπόρο μας, τόν Κύριον ησον Χριστόν. Χριστός δέν εναι νας νθρωπος μαρτωλός σάν καί μς, πού ξιζε νά ποφέρει, πως ξίζει καί πρέπει νά ποφέρουμε μες γιά νά καθαριστομε πό τά πάθη μας. λλά εναι Υός το Πατρός το πουρανίου. μοούσιος μέ τόν Πατέρα, μόθρονος, μόδοξος, παντοκράτωρ. Κατέβηκε στή γ, γιά μς τούς νθρώπους. Καί γιά τήν «μετέραν σωτηρίαν». πέφερε, γιά μς. Κουράστηκε, γιά μς. παθε τά πάντα, γιά μς. Σταυρώθηκε, γιά μς. Μόνο γιά μς καί γιά τή σωτηρία μας.

Ατά, εναι τόσο πολλά καί μεγάλα, πού δέν μπορε νά τά φαντασθε νθρώπου διάνοια. Καί Χριστός δέν τά πέμεινε πειδή διος φταιγε, ξ ατίας του, λλά μόνο γιά μς. Νά μς λευθερώσει πό τά πάθη μας, πό τόν θάνατο πού φέρνουν τά πάθη μας, πό τίς παγίδες το διαβόλου καί πό τά ργα το διαβόλου. Καί πό τό κατάντημα πού φέρνουν στόν νθρωπο τά ργα το διαβόλου καί εναι αώνια καταδίκη καί αώνια κόλαση.

Γιά σκεφθετε το δελφοί. Πόσο θάρρος παίρνομε, βλέποντας τό σύμβολο τν παθν το Χριστο μπροστά μας. «Χριστέ μου», λέμε, «τί εναι ατά πού ποφέρω γώ; Καί προπαντός τί εναι ατό πού διαλέγω κούσια γώ, κάθε Σαρακοστή, ταν λέω, θά νηστέψω Τετάρτη καί Παρασκευή, γιά νά δοξάσω τά πάθη σου λίγο περισσότερο. Γιά νά σο π «εχαριστ» γιατί παθες, γινες νθρωπος γιά μς καί σταυρώθηκες γιά μς. Καί μάλιστα ταν μέ ατό τόν τρόπο σέ κολουθ καί νοίγω τόν δρόμο γιά τήν αώνια ζωή καί γιά τήν σωτηρία;»

γαπητοί μου δελφοί. ν γωνιζόμαστε τσι θά βρεθομε μιά μέρα κοντά του στήν αώνια ζωή.

3. Ποιός φτειάχνει τή ζωή του;

ς θυμηθομε τώρα κάτι λλο.

Λέμε γιά ναν νθρωπο: «ατός φτειαξε τή ζωή του».

Καί γιά ναν λλο λέμε: «ατός τήν κατέστρεψε τή ζωή του. Τήν χάλασε τή ζωή του».

Τί ννοομε;

νας νθρωπος, ρχίζοντας τή ζωή του, ταν ταν παιδί καί νέος ντί νά φροντίζει νά ποκτήσει τί; πλα γιά τή ζωή του: εδικότητα, πάγγελμα, μόρφωση. Τότε πού πρεπε νά μαζεύει... ατός σκόρπαγε. Πο σκόρπαγε; Στίς καφετέριες, στά παιχνίδια, στίς βόλτες... Στά σχολεα δέν πήγαινε, δέν διάβαζε. Στό τέλος τί παθε; μεινε πίσω!

Καί ν μάλιστα φρόντιζε τόσο πολύ γιά τά γλέντια καί τήν καλοπέρασή του πού κατάντησε καί σέ ναρκωτικά, τότε «δέν μεινε μόνο πίσω». Καταστράφηκε. Πόσοι δέν τήν παθαίνουν τσι τήν σημερινή ποχή; Καί τί δυστυχίες καί τραγωδίες κομε κάθε τόσο πό τά μέσα μαζικς νημερώσεως. ταν τίς κομε, κουνμε τό κεφάλι καί λέμε: «ατός τήν κατέστρεψε τή ζωή του».

ταν μως βλέπουμε να νέο πού προχωρε μέ νθουσιασμό στή ζωή, μελετάει, γωνίζεται νά ποκτήσει πάγγελμα καλό, τόν κτιμμε καί τόν γαπμε, λέμε: «Μπράβο του. Ατός θά τήν φτειάξει τή ζωή του». Καί ταν τόν βλέπουμε πιτυχημένο, μέ περισσότερη κανοποίηση συγχαίρουμε πατέρα καί μητέρα καί τούς δικούς του: «Μπράβο, μπράβο. Ατό εναι παιδί. Τήν φτειαξε τή ζωή του. Θά φτειάξει καί τήν οκογένειά σας καλύτερα. Συγχαρητήρια».

Τό διο μς λέει καί Κύριος μν ησος Χριστός γιά τήν δική μας ζωή, τήν αώνια. Λέει:

«ποιος θέλει νά φτειάξει τή ζωή του στήν αώνια ζωή, θά τήν χαλάσει δ. Καί ποιος θέλει νά φτειάξει τή ζωή του δ, θά τήν χαλάσει τήν αώνια ζωή του».

πως τήν παθαίνουν καί τά παιδιά.

λλά πως λοι ξέρουμε, συμφέρει τό παιδί στά νειάτα του νά κουράζεται καί νά στενοχωρεται διαβάζοντας, κλεισμένο στό σπίτι καί καθισμένος στήν καρέκλα. Καί χοντας τό βάσανο νά κούει λο συμβουλές πό γονες καί πό δασκάλους. πό ρχιμαστόρους καί εδικούς πού συμβουλεύουν γιά να καλό πάγγελμα. Τό συμφέρει, ντί νά παίζει, νά γλεντάει καί νά κάνει τρέλλες. Γιατί φτειάχνει τή ζωή του.

τσι καί νθρωπος πού ποφασίζει νά νηστεύει, νά προσεύχεται, νά κάνει καλά ργα, νά ποφεύγει τίς μαρτίες, τά πάθη, τήν ποδούλωση στά πάθη, νά πηγαίνει στήν κκλησία καί νά κούει καί ατούς τούς παγερούς καί βλοσυρούς, καμιά φορά, νθρώπους πού λέγονται παπάδες καί διδάσκουν τό θέλημα το Θεο, εναι ληθινά κερδισμένος.

Ατός χαλώντας τή ζωή του, τήν πρόσκαιρη, φο δέν τήν γλεντάει, φτειάχνει τήν αώνια ζωή.

λλά κενος μως πού προσπαθε νά τήν γλεντήσει ατή τήν παρούσα ζωή, θά χαλάσει τήν αώνια ζωή, γιατί; Γιατί μαρτία εναι ντίθετη στό θέλημα το Θεο καί δέν δηγε στή Βασιλεία το Θεο καί στόν Παράδεισο.

Επε Χριστός: «Τί θά φελήσει νθρωπον», θυμηθετε τό Εαγγέλιο πού διαβάσαμε σήμερα «ν κερδίσει τόν κόσμον λον καί ζημιωθε τήν ψυχή του; Τί θά δώσει νθρωπος ντάλλαγμα γιά τήν ψυχή του;» Πόσο τήν κτιμς τήν ψυχή σου;

να κατομμύριο; να χρόνο διασκέδαση; Δύο, τρία, πέντε; Καί αωνιότητα; Τί θά δώσει ντάλλαγμα νθρωπος; Τί θά φεληθε, ν κερδίσει γιά μερικά χρόνια, λο τόν κόσμο, χι μόνο ατά τά λίγα πού μπορομε νά κερδίσομε, λλά χάσει τήν ψυχή του στήν αώνια καταδίκη, στήν αώνια κόλαση;

4. πάρχει ντάλλαγμα γιά τό κεφάλι μας;

Κάποτε ταν δυό πασάδες πού εχαν συνεχς γκρίνια μεταξύ τους. Καί μόνο κακό καναν νας στόν λλο. που βλεπαν νθρωπο νας το λλου, το παιρνε τό κεφάλι. Κάποια φορά, πιό ερηνικός πό τά δυό ατά γρίμια, σκέφθηκε νά στείλει μία ντιπροσωπία στόν λλο καί νά το πε:

-Βρέ παιδάκι μου, ρκετά τό ρίξαμε στό γκλημα καί στή διχόνοια. Νά μονοήσουμε πί τέλους, νά συμφιλιωθομε, νά τελειώσει ατή κατάσταση.

Λέει λοιπόν σ’ ναν νθρωπό του:

-Πήγαινε καί νά το πες «νά συμφιλιωθομε».

-Πασά μου, καί ν δέν προφτάσω νά νοίξω τό στόμα μου μπροστά σ’ ατό τό γρίμι καί μο τό κόψει τό κεφάλι; Τί θά γίνει; Πς θά πάω;

Το λέει πασάς:

-Κοίταξε δ. ν θά πς καί σο τό κόψει τό κεφάλι, γώ νά τό ξέρεις, θά κόψω δέκα κεφάλια πό τούς δικούς του.

Το λέει νθρωπος μέ παράπονο καί κουνώντας τό κεφάλι του:

-Πασά μου, καί τί θά φεληθ γώ μα σύ κόψεις δέκα κεφάλια πό λλους; Μήπως θά ταιριάξει κανένα στούς δικούς μου μους; Καί θά ξανααποκτήσω γώ ζωή;

Τό διο πρέπει νά σκεφτόμαστε καί γιά τήν αώνια ζωή. Τί θά φεληθομε, μα χάσουμε τήν αώνια ζωή; Τί θά «ταιριάξει» πάνω μας; Τί ντάλλαγμα θά βρομε; Κανένα. πως δέν βρίσκει νθρωπος νταλλακτικό γιά τό κεφάλι του, ταν το τό κόψουν καί δέν γίνεται οτε νά τό ξανακολλήσουν, τσι δέν μπορε νά δώσει κάτι ντάλλαγμα γιά τήν ψυχή του.

Γι' ατό Χριστός εναι διδάσκαλος μας καί εεργέτης μας. Γιατί μς πενθυμίζει κενα πού πό ξωστρέφεια, ζώντας μέσα σ’ ατόν τόν μορφο κόσμο, τά ξεχνμε. Τόν κόσμο, τόν γεμτο ραα δένδρα, κόμη πιό ραα λουλούδια, ραα καί γοητευτικά πράγματα... πού μς τραβον καί ξεχνμε τό μεγαλύτερο καί τό οσιωδέστερο.

λλά Χριστός μς τό πενθυμίζει. Καί κκλησία σάν σμα το Χριστο καί ο ερες, δολοι του, τό πενθυμίζουν συνεχς. Καί ποιος ατό «τό οσιαστικό» τό βάζει στήν καρδιά του, χει τήν σοφία το Θεο, τήν γνώση το Θεο, τήν ερήνη το Θεο. Καί θά ποκτήσει τήν χαρά καί τήν ετυχία το Θεο.

5. Προσοχή στίς συναλλαγές

Κάποια φορά, νας νθρωπος, ψαχνε τό σπίτι του καί βρκε μιά παλιά εκόνα, στό προσκυνητάρι. Τήν κοίταζε, τήν κοίταζε, ταν σκωροφαγωμένη καί γεμάτη τρύπες πό σκουλήκια. κανε τότε τήν σκέψη: «Χάλασε ατή εκόνα. Καί νά φαινόταν καί τίποτε; Δέν φαίνεται καί τίποτε. Τί νά τήν κάνω;». Καί βγαλε τό συμπέρασμα. «Νά τήν πετάξω στή φωτιά. Νά τήν κάψω»

τυχε νά εναι κε νας ξένος. Το δειξε τήν εκόνα καί το λέει:

-Τί νά τό κάνω ατό «τό παλιό»;

-Γιά νά τήν δ, το λέει κενος.

Τήν πρε, τήν ξυσε λιγάκι καί κατάλαβε πώς ταν παμπάλαια.

-Μο τήν δίνεις; το λέει.

-Καί τό ρωτς.

-Θά σο δώσω καί κάτι, το λέει ξένος.

Το δωσε λίγα χρήματα, πρε τήν εκόνα, δέκα αώνων παλαιά καί περισσότερο. Τήν δωσε σέ κάποιο μουσεο καί το μέτρησαν να τεράστιο ποσό.

Καί κακομοίρης φτωχός, δέν ξερε τήν ξία της. Παρολίγο νά τήν ρίξει στή φωτιά.

Τό διο παθαίνουμε καί μες. Πετμε στή φλόγα τς αώνιας κόλασης τήν εκόνα το Χριστο. τσι λέει γία Γραφή τόν αυτό μας. Εμαστε εκόνα το Χριστο. Καί τόν πετμε στή «φωτιά», πειδή δέν καταλάβαμε περί τίνος πρόκειται.

Παθαίνουμε τό διο πού γράφει νας ξερευνητής. Εχε πάει στήν φρική. κε βρκε μερικά παιδάκια, πού παίζανε στόν μμο μέ κάτι πέτρες πού γυάλιζαν.

-Τί κάνετε δ παιδάκια;

-Παίζουμε.

-Τί εναι ατά πού παίζετε;

-Πέτρες εναι, χαλίκια.

Τά κοιτάζει κενος, δέν ταν χαλίκια, ταν διαμάντια. Τούς λέει λοιπόν παμπόνηρος ερωπαος.

-Νά σς δώσω κάτι λλο νά παίζετε, μο δίνετε ατά τά παλιοχάλικα;

-Τί θά μς δώσεις;

Τούς δωσε να καθρεφτάκι, μερικά στρατιωτάκια παιχνιδάκια γιά τά παιδάκια. Μις πεντάρας πράγματα. Χοροπήδησαν τά μικρά πό τήν χαρά τους καί γέλαγαν, μέ τόν κουτόφραγκο, πού προτίμησε τά «παλιοχάλικα» καί τούς δωσε τόσο «ραα πράγματα», πως εναι τά καθρεφτάκια καί τά στρατιωτάκια.

τσι μς κάνει διάβολος. Μς πετάει τό ψαροκόκκαλο, τρελλαινόμαστε σάν τήν γάτα νά τό ρπάξουμε καί χάνομε, μς παίρνει τά «διαμάντια».

Τί πρέπει νά κάνουμε;

Νά κτιμήσουμε ατό τό μεγάλο θησαυρό πού χομε.

πρτος μας θησαυρός, εναι Χριστός. διδάσκαλός μας.

δεύτερος θησαυρός του, εναι κκλησία μας. ποία εναι δρυμα το Χριστο γιά τήν διδασκαλία καί τήν σωτηρία το κόσμου.

τρίτος θησαυρός, εναι Σταυρός το Χριστο, τό σύμβολο τς Βασιλείας του. Τό πλο καί δύναμη το Χριστο ναντίον το θανάτου, τς μαρτίας καί το διαβόλου.

Καί λλος θησαυρός εναι αυτός μας. ψυχή μας, αώνια ζωή.

ν τά κτιμήσουμε ατά, θά τήν φτειάξουμε τή ζωή μας. Δέν θά τήν χαλάσουμε.

ταν τήν φτειάξουμε γίνεται χαρά στόν ορανό, γιατί Χριστός μς γαπάει. πό γάπη σέ μς λθε στόν κόσμο. Καί ταν βλέπει νθρωπο νά παίρνει τόν δρόμο τόν σωστό, Χριστός καί ο γγελοι χαίρονται. Καί χαρά γίνεται «ν οραν», στόν ορανό, ταν ο νθρωποι βαδίζουν σωστά. Χαίρουν ο γγελοι, πειδή ξέρουν τί καταστροφή παθαίνει νθρωπος μακρυά πό τόν Χριστό, πως χαίρει πατέρας ταν βλέπει τά παιδιά του νά πηγαίνουν καλά. Καί λυπται ταν τά βλέπει νά γλεντοκοπνε καί νά τά σπάζουν λα, λλά καταστρέφοντας τή ζωή τους.

Εθε μέ τόν φωτισμό το Θεο, μέ τήν ελογία καί μέ τήν δύναμη το Χριστο καί μέ τό δικό μας προσωπικό γώνα, καθένας τι μπορε, νά βαδίζουμε λο καί πιό καλά στό δρόμο το Κυρίου μας ησο Χριστο. μήν.-

 

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ(†), πομαγνητοφωνημένη μιλία του στά Φλάμπουρα, στίς 17/3/1996


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ