ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ (Μαρκ. 2, 1-12)

 

Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΙΚΟΥ ΤΗΣ ΚΑΠΕΡΝΑΟΥΜ

1. Τί μᾶς λείπει;

Ἀκούσαμε στό Εὐαγγέλιο, ὅτι ἐνῶ ὁ Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστός βρισκόταν σέ ἕνα χωριό καί δίδασκε, τοῦ πῆγαν ἕναν ἄρρωστο ἄνθρωπο, παράλυτο, νά τόν θεραπεύσει. Ἀλλά δέν ὑπῆρχε τρόπος νά ἀνοίξουν δίοδο ἀνάμεσα στόν κόσμο, γιά νά περάσουν τόν ἄρρωστο μέσα στό σπίτι. Τόσοι πολλοί ἄνθρωποι ἦταν καί μέ τόση ἀφοσίωση ἄκουγαν τόν λόγο τοῦ Θεοῦ.

Τότε οἱ ἄνθρωποι πού τόν μετέφεραν, ἀνέβηκαν στή στέγη, ὑπολόγισαν ποῦ πάνω-κάτω βρίσκεται ὁ Χριστός, ἄνοιξαν τά κεραμίδια, τίς πλάκες, καί κατέβασαν τόν ἄρρωστο μέ τά σχοινιά κάτω, μπροστά στά πόδια τοῦ Χριστοῦ.

Φανταστεῖτε ἀναστάτωση! Τραβοῦν σχοινιά, μεριάζουν κεραμίδια, ξεκαρφώνουν καδρόνια... Καί ὁ κόσμος ἀκούνητος προσέχει τόν Χριστό.

Ἐρώτημα: Ἄν εἴμαστε ἐμεῖς, θά εἴχαμε τήν ἴδια καλή διάθεση νά ἀκοῦμε μέ τόση ἀφοσίωση τόν λόγο τοῦ Θεοῦ;

Ὄχι; Τότε τί μᾶς λείπει ἐκτός ἀπό τήν καλή διάθεση; Πίστη; Ὑπομονή; Ταπείνωση; Ὅλα; Ὅτι καί νά μᾶς λείπει κακό εἶναι.

Πρέπει νά καλλιεργοῦμε τόν ἑαυτό μας, ὥστε μέσα στήν Ἐκκλησία τήν ὥρα τῆς προσευχῆς, τήν ὥρα τῆς διδασκαλίας, ὅλα νά εἶναι στραμμένα στό Θεό, τίποτε στόν κόσμο. Τίποτε στόν ἄλλο ἄνθρωπο, ἐκείνη τήν στιγμή. Ὅλα στό Θεό. Καί μέ τά αὐτιά τοῦ σώματος καί τῆς καρδιᾶς ἀνοιχτά. Γιά νά μπεῖ μέσα μας τό φῶς τοῦ Θεοῦ καί ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

2. Θά ἐλέγξουμε τόν Θεό ἄν τά λέει καλά;

Κατέβασαν λοιπόν τόν ἄρρωστο γιά ποιό σκοπό; Γιά νά τόν θεραπεύσει ὁ Χριστός. Καί ὁ Χριστός λέει:

—Τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου. Παιδί μου, συχωρεμένος νά εἶσαι. Συχωρεμένες οἱ ἁμαρτίες σου.

Οἱ ἄνθρωποι, ὅταν ἄκουσαν τά λόγια αὐτά ἀπόρησαν.

—Μά Χριστέ μου, δέν στόν φέραμε ἐδῶ γιά νά τοῦ συγχωρήσεις τίς ἁμαρτίες, γιά νά τοῦ πεῖς «συγχωρεμένες οἱ ἁμαρτίες σου». Ἐμεῖς φέραμε τόν παράλυτο, γιά νά τόν κάνεις καλά. Ἄσ’ τίς ἁμαρτίες στήν ἄκρη. Καί πέσε καμιά ἄλλη κουβέντα. Ἅπλωσε τό χεράκι σου ἐπάνω του. Σταύρωσέ τον. Διάβασέ του ὅτι θέλεις. Πέσ’ του ὅτι θέλεις. Γιά τήν ὑγεία του· νά γίνει καλά. Παράλυτος εἶναι. Στό κρεβάτι. Τέσσεροι τόν φέραμε. Δέν ἦρθε μέ τά πόδια του.

Ὁ Χριστός εἶπε «τέκνον ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου», γιατί ἤθελε νά μᾶς διδάξει. Καί ἐκείνους τότε καί ἐμᾶς σήμερα πού διαβάζουμε τό Εὐαγγέλιο, κάτι τό πολύ βαθύτερο. Ὅτι δηλαδή αἰτία τῆς ἀρρώστιας εἶναι ἡ ἁμαρτία. Ἄν δέν ὑπῆρχε ἁμαρτία, δέν θά ὑπῆρχαν ἀρρώστιες. Γιατί ὁ Θεός ἔφτειαξε τόν ἄνθρωπο νά ζεῖ στόν Παράδεισο χωρίς ἀρρώστιες, χωρίς πίκρες, χωρίς λύπες, χωρίς στενοχώριες, χωρίς θάνατο. Γι' αὐτό ὅταν διαβάζουμε τίς εὐχές στούς κεκοιμημένους, καί μιλᾶμε γιά τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, στήν ὁποία θά ἀποκατασταθεῖ ἐκεῖνο πού χάσαμε μέ τήν ἁμαρτία στόν Παράδεισο, λέμε «θά πᾶμε ἐκεῖ ὅπου οὐκ ἔστι πόνος, οὐ λύπη, οὐ στεναγμός, οὔτε θάνατος ἀλλά ζωή ἀτελεύτητος».

Αὐτό ἤθελε ὁ Θεός. Ἀλλά ἦλθε ἡ ἁμαρτία καί ἔφερε ἀρρώστιες, στενοχώριες καί ὅλα τά κακά. Καί τό χειρότερο ἀπό ὅλα τόν θάνατο.

Ὅταν ἀκούει κανείς τά λόγια αὐτά τοῦ Χριστοῦ, μέ τά κριτήρια τά ὁποῖα ἔχει μέσα στό μυαλουδάκι του, σάν φτωχός ἄνθρωπος, λέει: «Ἄκου πράγματα. Αὐτά τά λένε οἱ παπᾶδες; Ἄλλη εἶναι ἡ πραγματικότητα».

Ἀδελφοί. Τό θέμα δέν εἶναι τί λένε οἱ παπᾶδες, σάν ἄνθρωποι. Ὅτι καί νά πεῖ ὁ παπάς σάν ἄτομο, εἶναι λόγια ἴδια μέ τά δικά σας. Ἴσα γνώμη ἔχουμε, ἴσα μυαλό ἔχουμε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ἴσα εἴμαστε ὅλοι. Ἀλλά ἐκεῖνα πού λέει ὁ Θεός, μετρᾶνε διαφορετικά. Καί τό ἐρώτημα εἶναι:

—Ἐσύ ἄνθρωπε, τήν σοφία σου τήν βάζεις ἴσα μέ τοῦ Θεοῦ τήν σοφία; Καί πᾶς νά ἐλέγξεις τόν Θεό ἄν τά λέει καλά; Καί νά τοῦ πεῖς ὅτι κάνει λάθος; Αὐτό δέν εἶναι κάτι τό πολύ στραβό; Δέν εἶναι πιά ἀπιστία; Δέν εἶναι τυφλωση;

Λέει λοιπόν ὁ Χριστός: Προϋπόθεση καί ἀρχή καί αἰτία τῆς ἀρρώστιας, γιά ὅλες τίς ἀρρώστιες πού ὑπάρχουν στόν κόσμο, εἶναι ἡ ἁμαρτία. Ἐάν δέν σβύσει ὁ ἄνθρωπος ἀπό μέσα του τήν ἁμαρτία, πού εἶναι ἡ ἀρρώστια τῆς ψυχῆς, καί τό σῶμα δέν θεραπεύεται.

Ἀλλά ὑπάρχει ἀρρώστια τῆς ψυχῆς; Καί τί εἶναι;

Ὅταν ἔχουμε κάτι, πηγαίνουμε στό γιατρό. Τί ἔχουμε, δέν ξέρουμε. Καταλαβαίνουμε μόνο ὅτι δέν πᾶμε καλά. Γιατί ἔχουμε ἀτονία, γιατί μᾶς πονάει κάτι κτλ. Πᾶμε στό γιατρό καί ἐκεῖνος μᾶς τό λέει. «Αὐτό ἔχεις». Μερικές φορές, νομίζουμε πονάει τό δόντι μας. Ἄλλο νομίζουμε ὅτι πονάει, ἄλλο πονάει στήν πραγματικότητα. Ἔτσι βρίσκει ὁ γιατρός.

Ἄλλο σκεπτόμαστε ὅτι μᾶς φταίει, ἄλλο βρίσκει ὁ γιατρός ὅτι φταίει. Γιατί τό βρίσκει ὁ γιατρός; Γιατί ξέρει καλύτερα ἀπό μᾶς, πού ἁπλά προσπαθοῦμε νά φαντασθοῦμε.

Καί στά πνευματικά τό ἴδιο συμβαίνει.

Ὑπάρχει ἕνας ἄνθρωπος πού ὑπολογίζει ὅτι κάτι τόν πονάει, ἐσωτερικά, πνευματικά, ψυχικά, ἀλλά κάτι ἄλλο πονάει πιό πολύ. Καί πρέπει νά καταφύγει σέ ἕναν ἔμπειρο πνευματικό γιατρό. Γιά νά τόν βοηθήσει νά ἐλευθερωθεῖ πραγματικά ἀπό τήν ἀρρώστια τῆς ψυχῆς του. Ἐκεῖνοι πού δέν πηγαίνουν σ’ αὐτό τόν πνευματικό γιατρό τῆς Ἐκκλησίας, τόν ἐξομολόγο, κάνουν λάθος εἰς βάρος τοῦ ἑαυτοῦ τους.

3. Μή παραμελεῖτε τά τσέκ ἄπ. Σώζουν ψυχές

Τί λένε τώρα τελευταῖα οἱ γιατροί ὅταν μιλᾶνε γιά τήν ὑγεία;

—Δέν κάνεις καλά πού δέν προσέχεις τόν ἑαυτό σου.

Καί τονίζουν κατηγορηματικά: «Πότε-πότε νά κάνετε ἕνα τσέκ ἄπ, μιά γενική ἐξέταση». Καί κάνει καμιά φορά ὁ ἄνθρωπος τήν ἐξέταση καί ἐνῶ δέν ὑποψιαζόταν τίποτε, τοῦ βρίσκουν, τίς χειρότερες ἀρρώστιες. Σ’ αὐτόν πού φανταζόταν τόν ἑαυτό του ὑγιέστατο.

Μᾶς λέει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ: Ἄς μεταφερθοῦμε τώρα στά πνευματικά. Φανταζόμαστε τόν ἑαυτό μας ὑγιή, ἀλλά δέν εἴμαστε. Ξέρετε τί λένε οἱ ἅγιοι Πατέρες; Ὅσο πιό πολύ ὁ ἄνθρωπος φαντάζεται τόν ἑαυτό του, ὅτι δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό πνευματικό γιατρό καί ἀπό πνευματική θεραπεία τῶν ἀσθενειῶν τῆς ψυχῆς του, τῆς ἁμαρτίας του, τόσο πιό πολύ εἶναι ἄρρωστος.

Ὑπάρχει ἀκόμη μιά περίπτωση ἀσθένειας πού ὁ ἄρρωστος νομίζει πώς εἶναι πιό καλά ἀπ' ὅλους τούς ἄλλους. Ὅλους τούς ἄλλους τούς νομίζει ἄρρωστους. Ἔ, αὐτός εἶναι γιά δέσιμο. Γιατί ὅταν ὁ ἄνθρωπος χάσει τά λογικά του, ἔχει τούς ἄλλους τρελλούς, ἀνόητους, παράλυτους. Ἀλλά ἐκεῖνος εἶναι γιά δέσιμο. Καί μάλιστα γιά ἐντατική παρακολούθηση. Καί γιά ἀπομόνωση.

Κάτι ἀνάλογο γίνεται καί μέ τήν ψυχή μας. Μερικές φορές εἴμαστε ἄρρωστοι καί δέν θέλουμε νά τό καταλάβουμε. Ἀλλά τό ἐπαναλαμβάνομε. Ὅσο ὁ ἄνθρωπος δέν θέλει νά τό καταλάβει, τόσο πιό πολύ εἶναι ἄρρωστος. Ὁ Χριστός, μᾶς ξέρει καλύτερα, βλέπει καλύτερα καί εἶναι ὁ μόνος σοφός ἰατρός πού μπορεῖ νά μᾶς διδάξει. Καί κάθε ἄνθρωπος πού παίρνει ἀπό τήν σοφία τοῦ Χριστοῦ καί τήν βάζει μέσα στήν καρδιά του καί στό πνεῦμα του, ἔχει τά μάτια τοῦ Χριστοῦ καί βλέπει καλύτερα.

Οἱ ἱερεῖς, ἀπό τήν σοφία τοῦ Χριστοῦ ἔχουν καί διδάσκουν τήν ἀληθινή γνώση καί τήν ἀληθινή σοφία στόν κόσμο. Ὅποιος προσθέτει στή σοφία τοῦ Χριστοῦ κάτι δικό του τά χαλάει. Γι' αὐτό λέμε: «Ὅσο πιό πολύ δείχνει ὁ ἄνθρωπος ἐμμονή, σταθερότητα, ἐμπιστοσύνη 100% στά λόγια τοῦ Χριστοῦ, τόσο περισσότερο γεμίζει ἡ καρδιά του ἀπό τήν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καί γι' αὐτό λέμε, ὅτι ἡ ὀρθόδοξη πίστη εἶναι νά μείνουμε καί νά μένουμε 100% ἀφοσιωμένοι σ’ αὐτά πού εἶπε καί κήρυξε ὁ Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστός».

Λέγει ὁ Χριστός: «Προσέξετε τίς ἀρρώστιες τῆς ψυχῆς. Ζητεῖστε τήν κάθαρση καί τήν θεραπεία τῆς ἀρρώστιας τῆς ψυχῆς». Καί ἐρχόμαστε στήν Ἐκκλησία γιά νά τόν παρακαλέσουμε νά μᾶς δώσει χάρη, ἔλεος καί θεραπεία. Νά κοινωνήσουμε τά ἄχραντα μυστήρια, τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ. «Εἰς ἴασιν», λένε οἱ εὐχές, «ψυχῆς καί σώματος». Δέν εἶναι μόνο γιά θεραπεία τῆς ψυχῆς. Καί τό σῶμα νά θεραπευθεῖ. Γιατί ὅλα μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ γίνονται.

Διαβάζομε στίς Ἐπιστολές τοῦ ἀποστόλου Παύλου: Στήν Κόρινθο, ἐκείνη τήν ἐποχή, πού ζοῦσε ἀκόμη ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ἕνας χριστιανός, ἔκανε μιά μεγάλη ἁμαρτία. Αἱμομιξία. Μέ ἀδελφή του, μέ μητέρα του, ὁτιδήποτε καί ἄν ἦταν, πάντως ἔκανε αἱμομιξία. Φοβερή ἁμαρτία. Καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος ξέρετε τί εἶπε; Τόν ἄνθρωπο αὐτό λέει, νά τοῦ βάλλετε μεγάλο ἐπιτίμιο. Μέχρι πού νά ρθῶ. Γιατί ἀπόστολε ἐπιτίμιο;

Ἐξηγεῖ: Ἕνα ἀπό τά δυό πρέπει νά πεθάνει. Ἤ τό σῶμα, γιά νά ζήσει ἡ ψυχή, ἤ ἡ ψυχή καί θά ζήσει τό σῶμα. Τί προτιμᾶτε;

Τό θέλημα τοῦ σώματος θά κάνετε, τήν ἁμαρτία, καί θά ἀφήσετε νά πεθάνει ἡ ψυχή, ἤ θά νεκρώσετε τό σῶμα γιά τήν ἁμαρτία καί θά τοῦ πεῖτε stop, δέν ἐπιτρέπεται νά προχωρᾶς ἔτσι; Γιατί διαφορετικά θά πεθάνει πνευματικά ὁ ἄνθρωπος. Θά πεθάνει ἡ ψυχή του.

Σ’ αὐτό τό φοβερό δίλημμα ποιός ἄνθρωπος πού ἔχει ἐπίγνωση τί εἶναι ὁ Θεός, τί εἶναι ψυχή, τί εἶναι Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, μπορεῖ ποτέ νά προτιμήσει τίς πράξεις τοῦ σώματος νά τούς δώσει προτεραιότητα καί νά ἔρθει ἔτσι θάνατος τῆς ψυχῆς; Δέν θά προτιμήσει χίλιες φορές, νά κόψει μέ τό μαχαίρι τήν ἁμαρτία, γιά νά μείνει ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καθαρός, καί νά μπορέσει νά ἔχει ἐλπίδα ὅτι θά πάει στήν αἰώνια ζωή;

Ἐάν δέν τό κάνει τί λέμε; Ἤ πίστη δέν ἔχει, ἤ κουκούτσι μυαλό δέν ἔχει, ἤ θέληση δέν ἔχει. Ὅτι καί νά τοῦ λείπει, εἶναι ἕνα ἄθλιο ὄν ἐπάνω στή γῆ.

Γιά φαντασθεῖτε, νά ξέρεις τήν ἀλήθεια καί νά μήν ἔχεις θέληση. Νά μήν μπορεῖς νά σφίξεις τό μπράτσο τῆς ψυχῆς σου, νά εἰπεῖς «ὄχι». Ὑπάρχει πιό ἄθλιο ὄν ἐπάνω στή γῆ;

4. Τήρησε τίς ὑποδείξεις τοῦ γιατροῦ σου

Ἐρχόμαστε στήν Ἐκκλησία νά παρακαλέσουμε τόν Χριστό νά μᾶς δίνει φωτισμό καί δύναμη νά ἀγωνιζόμαστε ἐναντίον τοῦ κακοῦ. Καί νά μᾶς δώσει φάρμακα. Τά φάρμακα τί κάνουν; Βοηθοῦν τόν ἄνθρωπο νά γίνει καλύτερα. Δυναμώνουν ὁρισμένα μέλη τοῦ σώματος νά ἀντιδράσουν στό δηλητήριο, στό κακό, στό μικρόβιο, σέ ὅτι καί νά ὑπάρχει μέσα μας ἄσχημο. Νά ἀμυνθεῖ ὁ ὀργανισμός, νά γίνει καλά.

Γιά νά ἐπιτύχουμε αὐτό τό πράγμα, παίρνουμε τό φάρμακο, ὅπως μᾶς λέει ὁ γιατρός.

Κάποια φορά, πάει μιά ἁπλή γυναίκα στό γιατρό, γιά νά τῆς δώσει ἀγωγή. Καί ὁ γιατρός τῆς ἔδωσε φάρμακα καί ὁδηγίες.

—Δύο τήν ἡμέρα. Ἕνα τό πρωί καί ἕνα τό βράδυ.

Ἀλλά ἡ ἁπλή γυναικούλα, ἔκανε τήν σκέψη, ἀπό ἀνοησία ἡ φτωχή, «γιατί νά τά παίρνω ἕνα-ἕνα, καί νά ἀργήσει τό καλό νά ρθεῖ. Νά τά πάρω ὅλα μαζί, γιά νά ρθεῖ τό καλό γρήγορα». Πῆρε λοιπόν τά χάπια, ὅλο τό κουτί, τά κατάπιε, ἀλλά ἀντί νά γίνει καλά, πέθανε. Ἔτρεξαν στό γιατρό, ἀλλά δέν τήν πρόλαβε.

Τί μᾶς λέγει αὐτό; Μέσα στήν Ἐκκλησία καί στά ὅσα λέει ὁ Θεός, δέν κάνουμε κατά τήν κρίση μας αὐθαιρεσίες. «Ἔτσι μ’ ἀρέσει ἐμένα. Ἔτσι τό βλέπω ἐγώ καλά. Ἔτσι τό θέλω καλύτερα».

Ὄχι ἔτσι. Ἀλλά ὅπως τό διδάσκουν οἱ νόμοι τῆς Ἐκκλησίας.

Τί λένε οἱ νόμοι τῆς Ἐκκλησίας;

Ἐρχόμαστε, ὅπως εἴπαμε, στήν Ἐκκλησία, καί παρακαλοῦμε τόν Θεό νά μᾶς δώσει φωτισμό καί δύναμη.

Ὅτι ἄλλο θέλομε, ρωτᾶμε τόν παπά μας: «Πῶς θά τό κάνουμε παππούλη αὐτό; Πῶς ἐκεῖνο;»

Γιατί λέει ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός: «Ὅτι δέν γίνεται μέσα στήν Ἐκκλησία καί δέν τό λέει ὁ παπάς εἶναι τοῦ διαβόλου. Ἐκεῖνα πού γίνονται μέσα στήν Ἐκκλησία νά τά ἐμπιστεύεστε μέ ὅλη σας τήν καρδιά».

Πρῶτα καί κύρια, φωτισμό καί δύναμη παίρνομε μέ τήν Θεία Κοινωνία, πού εἶναι φάρμακο γιά τήν ψυχή μας. Ὅποιος τρώει τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ἀποκτᾶ τήν αἰώνια ζωή. Ὅσοι κοινωνοῦν καί μάλιστα ἑτοιμάζονται καί κοινωνοῦν ἀξίως, εἶναι μακάριοι. Ἔχουν τόν Χριστό μέσα τους. Καί ὅσο περισσότερες φορές φροντίζουν νά κοινωνοῦν, τόσο περισσότερο θά ἀποκτοῦν ὑγεία ψυχῆς, κάθαρση ἀπό τίς ἁμαρτίες τους, φωτισμό καί ἔλεος τοῦ Θεοῦ.

Τελειώνοντας, ἄς σκεφθοῦμε τούς κεκοιμημένους ἀδελφούς μας. Ἔζησαν κάποια χρόνια μαζί μας. Ἄς ποῦμε ὅτι ἔφαγαν καλά, ἤπιαν, διασκέδασαν, ἔκαναν ὁποιαδήποτε ἁμαρτία.

Χόρτασαν; Χόρτασαν ἀπό αὐτά; Θυμᾶστε τί φάγαμε χθές; Μένει ἡ γλύκα στό στόμα ἀπό τό χθεσινό φαγητό; Ἔσβυσε, χάθηκε, πάει. Τό μόνο πού μένει ἀπό τήν προηγούμενη ζωή μας, εἶναι οἱ καλές μας πράξεις. Ἡ ἀγάπη μας στό Θεό καί ἡ ἀφοσίωσή μας στό Θεό. Ἐκεῖνα εἶναι τά μόνα πού ἔχουν ἀξία.

Γι' αὐτό ἄς παρακαλοῦμε τόν Θεό, νά μᾶς βοηθάει νά νεκρώνουμε τίς πράξεις τοῦ σώματος, γιά νά ζεῖ ἡ ψυχή καί νά ἔχουμε τήν ἐλπίδα τῆς αἰώνιας ζωῆς. Ἀμήν.-

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ (†)  [ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία του στόν Ἅγιο Νικόλαο Πρεβέζης (15/3/1996)]


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ